13/05/2012

(Δεν) ξέρω ποιοι με χτύπησαν

Δεν ξέρω ποιοι ήταν, αλλά ξέρω ποιοι είναι. Πρώτος, ο κακός μου εαυτός. Μετά, η κακιά ώρα. Ύστερα, τρεις τύποι μαυροντυμένοι (εγώ όλους ψηλούς τους βλέπω) με άρβυλα. Πιστεύω πως δεν ήθελαν να με σκοτώσουν. Αν ήθελαν, θα το είχαν πετύχει. Είχαν όλο το χρόνο στη διάθεσή τους. Να μου σπάσουν πόδια και χέρια, να με μαχαιρώσουν και να με ξεκάνουν. Από αυτήν την άποψη, ευχαριστώ τους θύτες μου, διότι δεν είναι φονιάδες. Μόνο τραμπούκοι. Που, προφανώς, αποφάσισαν να με στραπατσάρουν για να μου δώσουν ένα μάθημα - και μαζί να στείλουν μήνυμα στον ΣΚΑΪ.

Τρεις μέρες τώρα, ζω τα γενέθλια μιας δεκαετίας, όλα μαζεμένα. Όχι μόνο διότι ένα τέτοιο περιστατικό σχεδόν σε γερνάει απότομα. Κυρίως, γιατί μου έχουν απευθυνθεί με καλοσύνη χιλιάδες άνθρωποι σε τόσο λίγες ώρες. Και διότι νιώθω ότι καλούμαι να κάνω μια καινούρια αρχή. Το πρήξιμο φεύγει. Το φάντασμα;

Το φάντασμα με χτύπησε. Αυτό, που επίσης κατοικεί μέσα σ’εκείνους που σχολίασαν διαδικτυακά ότι χάρηκαν διότι τους είμαι ενοχλητικός. Δίχως εξήγηση, γιατί ακριβώς. Έστω, ας είναι το ύφος. Η διαφορά στοχοποιείται. Ομοίως και στο λόγο. «Βλέπε, άκου, μη μιλάς» - μας λέγαν στο στρατό. Κι όπως και να’χει το πράγμα, δουλεύω στον ΣΚΑΪ. Αν κι εδώ που τα λέμε, στην ιστορία αυτή φοβάμαι πως δεν έχω όνομα. Έπινα το ποτό μου σε ένα μέρος όπου δεν δικαιούται να κυκλοφορεί δημοσιογράφος του καναλιού μου. Ειδικά δε νεαρός, πολύ κοντοκουρεμένος, ενοχλητικά φιλελεύθερος και αηδιαστικά «αστός». Στην ιστορία αυτή είμαι κάποια μεμονωμένα μου χαρακτηριστικά. Δεν έχω όνομα. Ούτε ζωή, ούτε υπόβαθρο. Αν κάτι μένει από το όνομά μου είναι το επίθετο. Έτσι έχει. Τη νύχτα εκείνη στο πεζοδρόμιο κλωτσιές δεν έτρωγε ο Κωνσταντίνος, που γράφει μουσικές, φτιάχνει μακαρονάδες και μεταφράζει Λάρκιν, αλλά ο (Μπογδάνος) του ΣΚΑΪ.

Καθώς δέχτηκα επίθεση πληροφορούμενος από τους τιμωρούς μου ότι είμαι υπέρ του μνημονίου, κρίνω πως το χτύπημα είναι υπό την ευρεία έννοια πολιτικό. Δύο, συνεπώς, είναι κατά βάση οι χώροι από τους οποίους σκέφτομαι ότι μπορεί να χτυπήθηκα, συν ένας: Ακραία αριστερά, ακραία δεξιά – μπαλαντέρ το παρακράτος.

Η από τους ακροαριστερούς εχθρότητα προς το πρόσωπό μου κρατάει από την εποχή του Δεκέμβρη. Στις συλλογικότητες (καταλήψεις, επιτροπές) έχω υπάρξει ανεπιθύμητος καιρό τώρα. Kρίνω τα πιστεύω τους αντιφατικά, την ιστορική τους ερμηνεία λανθασμένη και την ανθρωπολογική τους αντίληψη λάθος. Το indymedia με έχει στοχοποιήσει εδώ και χρόνια. Κι επειδή στους ρομαντικούς της άκρας αριστεράς, που πιάνει από τις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και φτάνει ως το μαύρο μπλοκ, δεν εμφιλοχωρούν μόνο τραμπούκοι, οι λίγοι φίλοι μου «από μέσα» επιβεβαιώνουν ότι από τη μετακίνησή μου από τον FLASH στον ΣΚΑΙ είμαι διπλά αντιπαθής. Σε αυτό συμπληρώνουμε την έξαψη της πρόσφατης προεκλογικής περιόδου εν μέσω κρίσης. Άτομα του ευρύτερου χώρου βρίσκονταν στην περιοχή τη νύχτα που χτυπήθηκα, καθώς κοντά στο σημείο όπου διασκέδαζα (ποινικοποιημένη λέξη) υπάρχει γνωστό σχετικό στέκι, ενώ στη γειτονιά κυκλοφορούν «μεσολογγίτες» - αυτοαποκαλούμενοι αναρχικοί, που οι διανοούμενοι της αριστεράς θεωρούν απολιτικούς. Και τελικά, η προϊστορία δεν έχει σημασία. Είπαμε, είμαι ο δημοσιογράφος του μνημονιακού ΣΚΑΙ. Συνεπώς, ιδού το ένα ενδεχόμενο.

Από την άλλη, υπάρχει η Χρυσή Αυγή. Με την οποία έχω φθάσει σε ακραία διαλεκτική διαφωνία. Υπήρξα ο μόνος στο κανάλι μου που αφιέρωσε εκπομπή στη ΧΑ προεκλογικά, υποστηρίζοντας πως πρόκειται περί υπερ-εθνικιστικής οργάνωσης, οριακά νεοναζιστικής ιδεολογίας. Και είναι αλήθεια, ότι με τον ίδιο τρόπο που επιφυλάσσω βιτριολικά σχόλια και ρεπορτάζ προς τα άκρα της αριστεράς, το ίδιο πράττω και προς τις φασιστικές περιοχές της ακροδεξιάς. Για το λόγο αυτό έχω δεχθεί και σχετικά απειλητικά μηνύματα, περί του πόσο όμορφος θα ήμουν με έναν αγκυλωτό σταυρό στο κούτελο. Ναι, φαντάζομαι ότι στα θερμόαιμα τμήματα της ΧΑ δεν είμαι ιδιαιτέρως συμπαθής. Ακόμα και μεμονωμένοι φασίστες, καθώς μετά το «εγέρθητο» είχα ανεβάσει τους τόνους της κριτικής, θα μπορούσαν να με εντοπίσουν και να μου τη στήσουν – άλλωστε, λίγες ώρες νωρίτερα εξέπεμπα στο ραδιόφωνο από δημόσιο σημείο της πόλης. Θα χτυπούσαν στη συγκεκριμένη περιοχή του συμβάντος; Ιδού, πάντως, και το δεύτερο ενδεχόμενο.

Σχετικά με το παρακράτος, δεν μπορώ να πω πολλά. Μόνο ότι πιστεύω πως υπάρχει και δρα. Κι ότι, αφού για την ώρα η ιστορία του χτυπήματος εναντίον μου δεν έχει πάρει κάποια περίεργη επικοινωνιακή τροπή, κάποιο συγκεκριμένο «σπιν», που να έχει πολιτικό αντίκτυπο, κατά τα φαινόμενα εδώ δεν είχαμε παρακρατική ανάμειξη.

Η ΧΑ καταδίκασε γραπτά και προφορικά δηλώνοντας πως δεν με χτύπησε. Ξέρουν ότι τους έχω εγκαλέσει για τραμπουκισμό. Παράλληλα, όμως, διαφωνώ με την επιχειρούμενη σύνδεση του δικού μου περιστατικού, κατά την ΕΣΗΕΑ στην ανακοίνωσή της, αποκλειστικά με τη ΧΑ. Και χαίρομαι, που την επίθεση εναντίον μου καταδίκασε δια της ανάδειξής της σε είδηση το σύνολο σχεδόν των εγχώριων μέσων ενημέρωσης. Ευχαριστώ κάθε συνάδελφο. Το θέμα έπαιξε και διεθνώς. Ανακοίνωση-καταδίκη εξέδωσαν το Διεθνές Ίδρυμα Τύπου κι ο ΟΑΣΕ. Εντός των τειχών, επίσης οι Οικολόγοι Πράσινοι και η ΔΗΜΑΡ δια της Οργάνωσης Δημοσιογράφων της. Σχετικά τοποθετήθηκε και η Δημιουργία Ξανά, σημειώνοντας: «Θα εστιάσουμε, κυρίως, στην θεσμοθετημένη ανομία που έχει διαχυθεί παντού και καθιστά κάποιες περιοχές της Αθήνας επικίνδυνες για όσους πιστεύουν στη δύναμη και την αξία του λόγου και όχι της σιδερογροθιάς. Ζητάμε να συλληφθούν οι δράστες και να αποκαλυφθούν οι πολιτικοί τους καθοδηγητές.»

Πέραν των παραπάνω, δεν έχω πληροφορηθεί για άλλη επίσημη τοποθέτηση πολιτικού κόμματος επί του πλήγματος που την Τετάρτη τη νύχτα στα Εξάρχεια δέχθηκαν η ελευθερία του δημόσιου λόγου και η ελευθεροτυπία.

ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΑΝΕΛ, σιγή-όλεθρος των επικοινωνιακών επιτελείων. Ντροπή. Πιο πολύ ακόμα, με δεδομένο ότι στον χώρο όπου χτυπήθηκα κινείται η εγχώρια άκρα αριστερά, θα ανέμενε κανείς από τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς να είναι πιο ηχηρά στις καταδίκες τους. Η ΔΗΜΑΡ διαχώρισε τη θέση της. Το ΚΚΕ δεν έχει σχέση με Εξάρχεια, ούτε με ελευθεροτυπία και λοιπές ευαισθησίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ; Υποτίθεται ότι στην Ά Αθήνας εκφράζει το 19% των ψηφοφόρων. Δεν το πληροφορήθηκε; Δεν υπονοώ ότι οι δράστες είναι του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι όμως, ίσως, ακροαριστεροί. Ακόμα κι αν η παράταξη δεν συγκινήθηκε από τον ξυλοδαρμό «μνημονιακού» δημοσιογράφου, δεν επιθυμεί, την ώρα που ο διεθνής τύπος την αποκαλεί far left, να υποστηρίξει ότι η «ακτιβιστική» πλευρά της δεν πιστεύει στη βία – παρά μόνο εντός πλαισίου κινητοποίησης; Ότι διαχωρίζει με περισσή σαφήνεια τις σχέσεις της με τις παρυφές των αντεξουσιαστών, με τους λεγόμενους μπάχαλους; Ότι δεν υπάρχει μια εσχατιά του κινήματος που συγκοινωνεί με ακροαριστερούς χουλιγκάνους; Και προσοχή: Αν στην ανθρωπογεωγραφία των Εξαρχείων ένας «μεσολογγίτης» δεν θεωρείται ακριβώς ακροαριστερός, δηλώνει αναρχικός, άρα στην αντίληψη του κόσμου τέτοιος είναι. Και δρα κινούμενος σε συγκεκριμένη αστική περιοχή. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ενήμερος για ό,τι συμβαίνει στα Εξάρχεια. Προς τι η σιωπή;

Επιχειρώ να αντιδράσω στη βία. Στέρεη φιλοσοφική και ιστορική μου θέση είναι ότι ο κομμουνισμός και ο ναζισμός είναι ομόρριζα συστήματα, βασισμένα στον μαρξισμό, έλκοντας αμφότερα αξιώματα από τον Έγελο. Η αριστερή ιδεολογία επιθυμεί να φτιάξει τον νέο άνθρωπο. Εγώ πάλι, διεκδικώ το δικαίωμα να είμαι κάποιος άλλος, που ο ίδιος επιθυμώ. Κάποιος που δεν θα μπορούσε, εννοείται, να χωρέσει ούτε σε εθνικοσοσιαλισμούς. Κι ως φιλελεύθερος ακόμα, σκοντάφτω στο δόγμα Χομπς, ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κακός. Δέχομαι, προς ώρας, την παρακμή μ’ένα βιβλίο στο χέρι, ενίοτε κι ένα ποτό, εργάζομαι διπλά, κερδίζω τα μισά. Η βίαιη πολιτική πάλη επιτρέπεται, στα κατάστιχά μου, μόνο υπό συνθήκες πολέμου, ή επανάστασης. Εγώ δεν είμαι σε πόλεμο. Και γύρω δεν υπάρχει επανάσταση. Άρα εργαλείο αγώνα μου είναι ο λόγος.

Ξέρω ποιοι με χτύπησαν. Την ώρα που δεν ξέρω. Είναι εκείνοι (κι εγώ ανάμεσά τους) που έχουν φωνάξει «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι». Κι είναι εκείνοι που το βράδυ της Τετάρτης με άφησαν να ζήσω και να μη μείνω ανάπηρος. Κι αυτοί που τους «σφύριξαν», ίσως, ότι ήμουν στα πέριξ. Και οι δυνάμεις κρατικής καταστολής, που δίνουν τον τόνο της αγριάδας και συνεργάζονται ενίοτε με φασιστοειδή. Κι είναι όσοι ανέχονται τη βία κι αυτοί που την τρέφουν, φραστική και σωματική, ως μέρος της συνολικής πολιτικής διαδικασίας, οι ζηλωτές που κράζουν στα τηλεπαράθυρα κι αυτοί που σιωπούν μπροστά σε πισώπλατες επιθέσεις.

Αναδημοσίευση από το Protagon.gr

25/03/2012

Κάλπες υπάρχουν (Ζήτω το Έθνος!)

Χαρά Θεού η Κυριακή της 25ης. Ευαγγελισμός κανονικός της φύσης, του ήλιου και του φωτός. Με επτά χιλιάδες ένστολους να περιφρουρούν την στρατιωτική παρέλαση. Από μικρό παιδί θυμάμαι την ημέρα της εθνικής επετείου ντυμένη με τα πιο γλυκά χρώματα. Έβγαινα στο μπαλκόνι, στο διαμέρισμα όπου μεγάλωσα, στην πλατεία Αμερικής, περιμένοντας να δω τους σχηματισμούς των πολεμικών αεροσκαφών να δονούν τον αέρα. Από την τηλεόραση ανάβλυζαν εμβατήρια και μια παραμυθητική τελετουργία επίδειξης δύναμης μιας δημοκρατικής πολιτείας στο σταυροδρόμι των ηπείρων, που μεγαλώνοντας κατάλαβα πως αποτελούσε και το σπίτι ενός έθνους κομβικής σημασίας για την παγκόσμια ιστορία. Κι από την κουζίνα πήγαζαν οι μυρωδιές της ευτυχίας. Ναι, πάντα αγαπούσα την 25η Μαρτίου.

Και σήμερα, με μια ντροπή φωλιασμένη στην καρδιά μου, έναν κόμπο κι ένα κούμπωμα, βλέποντας την εικόνα της κατάντιας μιας χώρας που δεν μπορεί πια ούτε τους νεκρούς, τους ήρωες και την τρισχιλιετή συνέχεια της ψυχής της να τιμήσει χωρίς αλληλοσπαραγμό και αστυνομοκρατία, αποφάσισα πως αυτήν τη φορά θα αγαπήσω τη μέρα πιο βαθιά, με μεγαλύτερο πάθος, με πιο πολλή αποφασιστικότητα κι ορμή. Έτσι, ως πράξη αντίστασης. Σε πείσμα του καιρού και του ονείδους που σαρακοτρώει την πατρίδα μου, την οποία πια μπορώ να αντικρύζω έξω από απλοϊκά κι ιδεοληπτικά μυθεύματα, ως αυτό που είναι: Ένα θαύμα της ανθρωπότητας – που όμως σφαδάζει υπό το ζυγό ενός άγριου πνευματικού τέλματος, ενός σκοταδιού που δεν επιβάλλει κανένας τοκογλύφος του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, κανένας εντολοδόχος πολιτικός του χρηματιστηριακού καπιταλισμού. Γιατί αυτό είναι η Ελλάδα. Ένα εν δυνάμει θαύμα, που σελαγίζει στο βυθό του άλογου συναισθηματισμού και των χειρότερων οθωμανικών καταλοίπων. Ένα θαύμα που καλείται να ξαναβρεί το σφρίγος του, τη λάμψη του την εσωτερική και την πνευματική του καταγωγή. Διακόσια χρόνια «ελεύθεροι» κι ακόμα πελαγοδρομούμε. Και τώρα, ήρθε ο καιρός της κρίσης. Κι η λέξη αυτή δεν συγχωρεί.

Το φώναζα όσο θυμάμαι τον ενήλικο εαυτό μου και θα το φωνάζω με όλη μου τη δύναμη. Όποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι πρώτιστα, βαθύτατα, θεμελιακά και πυρηνικά ζούμε μια κρίση παιδείας, δεν έχει αντιληφθεί τίποτα και δεν θα μπορέσει να αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο. Ναι, το πρόβλημα είναι οικονομικό, διότι υπήρξε για χρόνια πολλά πολιτικό. Όμως όλα ξεκινούν από τον τρόπο με τον οποίο συγκροτούμε τον σύγχρονο πολιτισμό μας. «Να σκλαβωθήτε εις τα γράμματά σας», ήταν το παράγγελμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στη νεολαία του τότε νεαρού Ελληνικού Κράτους. Ο πολεμιστής που άφησε παρακαταθήκη και τη φράση «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» ήξερε καλά τι έλεγε. Έβλεπε, προφανώς, μπροστά. Αντιλαμβανόταν ότι η ελευθερία θα έμενε λειψή εφόσον το έθνος δεν ερχόταν σε ευκρινέστερη επαφή με έναν βαθύτερο ιστορικό εαυτό του. Ήξερε, ότι η τουρκοκρατία πρώτα και κύρια είχε κατακρεουργήσει την αίσθηση της εθνικής κοινότητας. Είχε κατατμήσει την ελληνική συνείδηση με τη λάμα του τοπικισμού και της νοσηρής ατομικότητας. «Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μη γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της Κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας», έλεγε τότε. Όσοι σήμερα εύκολα τον επικαλούνται, μετατρέποντας φράσεις του σε συνθήματα και παριστάνοντας τους νεόκοπους αγωνιστές, καλά θα κάνουν να μελετήσουν το Γέρο του Μωριά σε μεγαλύτερο βάθος.

Κι επιτέλους, να τελειώνουμε με τις δικαιολογίες, του λεονταρισμούς και τις αηδίες που κυρώνουν με τον πιο αλγεινό τρόπο ότι καλά έχουμε πάθει και τραβάμε αυτά που τραβάμε. Όποιος σήμεραα, αντί να χαρεί τον ήλιο, αντί να πιάσει ένα βιβλίο, να ψήσει έναν καφέ, να δει παιδιά, ανίψια ή γονείς, να θυμηθεί παππούδες, να φτιάξει ένα πιάτο φαΐ, να σκύψει πάνω από τον διπλανό του, να κάνει το σταυρό του, ν’ακούσει μουσική, να δακρύσει ακόμα ζητώντας μια κάθαρση προσωπική, αντί για όλα αυτά, όποιος ξύπνησε με την καούρα να πιάσει στα χέρια του ακόμα ένα γιαούρτι, ένα αυγό και να πάει να το πετάξει στους «αλήτες, προδότες, πολιτικούς», καιρός είναι να καταλάβει ότι αποτελεί μέρος του προβλήματος και ότι κάνει μεγάλη χάρη στους εγκληματίες και τους εθνοπροδότες (χρησιμοποιώ τη λέξη με όλη της τη βαρύτητα) που ευδοκιμούν ανάμεσα στους κυβερνώντες μας. Να τελειώνουμε πια με τις σάχλες και τον επαναστατικό αυνανισμό, διότι έχουμε πνιγεί στη μόδα της αγανάκτησης και από δουλειά μηδέν. Διότι έχουμε μάθει να ζούμε με τις ταμπελίτσες που, επί έτη ελαφρότητας, δροσερά κορίτσια από το γυαλί μας καρφιτσώνουν στην ψυχή κι έχουμε, μου φαίνεται, φυράνει. Ακούς εκεί: “Μνημονιακός” και “αντιμνημονιακός”. Όροι της υπεραπλούστευσης μας κατατρέχουν, αδέρφια. Τρόποι βιωμένοι του διαχωρισμού σε στρατόπεδα. Στεγανά κι αμορφωσιά. Τσιτάτα, χαζοχαρουμενιά, στήσιμο σοβαροφάνεια και οπίσθια. Γκρήκλις κι ανιστόρητες κραυγές και ανορθογραφία. Εμμονή στο «γιούργια» και απουσία επιστημονικής μεθοδικότητας.

Διότι η λύση στο πρόβλημά μας θα έπρεπε να φαντάζει σε όλους όσοι δυσκολευόμαστε, όντως αγανακτούμε και υποφέρουμε, απλή και ξάστερη. Λέγεται κάλπες. Και λέγεται πολιτική δραστηριοποίηση εν όψει των εκλογών. Δεν ξέρω αν το’χουμε καταλάβει. Είναι στο χέρι μας, κυριολεκτικά. Να πάμε μια Κυριακή, καλή ώρα, και να τους διώξουμε όλους απαξάπαντες, εκείνους που ξεπουλούν πατρίδα και ιστορία, μέλλον, παρόν και αξιοπρέπεια, εκείνους που επιτρέπουν την καταλήστευση του λαού και την αποθράσυνση εργοδοτών, κρατούντων κι εχόντων, εκείνους που επαναστατούν χρόνια τώρα στις πλάτες μας και συντηρούν συστήματα δεινοσαυρικών ιδεολογιών, νίπτοντας τας χείρας τους. Ναι, τα ΜΜΕ αβαντάρουν τους εξουσιαστές – όλου του φάσματος. Ναι, κυκλοφορεί πολιτικό χρήμα. Ναι, γίνονται ακόμα ρουσφέτια και η διαπλοκή κρατεί καλά. Όμως, από την άλλη, εν έτει 2012, μέσα στον ωκεανό της πληροφορίας, στην τρίτη χιλιετία, αυτή του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δεν υπάρχει πια δικαιολογία, για να μην πειθαρχήσει κανείς επιτέλους πάνω στο σαράκι του τηλεκοντρόλ, πάνω στον κακό του εαυτό, που ράθυμος και τεμπέλης δεν ερευνά και κάθεται να φάει ό,τι του σερβίρει ένα σύστημα που κατά βάθος διαφεντεύει τους πολίτες απευθυνόμενο στα σκοτεινότερα και επιφανειακότερα ένστικτά τους. Έρχονται εκλογές σημαίνει έρευνα και δραστηριοποίηση. Σαν τους παλιούς ΚΚΕδες. Στη γειτονιά, στο σπίτι, στη δουλειά. Πάμε καλά; Υπάρχουν ακόμα μεταξύ μας άνθρωποι που θα ψηφίσουν, λόγου χάριν, ΠΑΣΟΚ και δεν τους πολιορκούμε όλοι οι υπόλοιποι με νουθεσίες και διδαχές και προτροπές να έρθουν στα σύγκαλά τους και να βρούνε την υγειά τους;

Κι ούτε να ξανακούσω, παρακαλώ, την πιπίλα ότι δεν υπάρχουν υποψήφιοι και κόμματα που αξίζει κανένας να ψηφίσει. Για πρώτη, ίσως, φορά, η ποικιλία των προτάσεων και η ευρύτητα του φάσματος των δυνατοτήτων του ψηφοφόρου είναι τόσο μεγάλες. Πλέον, υπάρχουν εκεί έξω κομματικοί σχηματισμοί για όλα τα γούστα – και δη αρκετοί νέοι, άφθαρτοι. Και αν δεν έχουν όλοι τα μέσα για να προβληθούν στα μέσα, έχουν ιστοσελίδες, έχουν αριθμούς τηλεφώνων, έχουν ανθρώπους πρόθυμους να επικοινωνήσουν ιδέες σε προσωπικό επίπεδο. Δικαιολογίες, επαναλαμβάνω, σήμερα που είπα πως μέσα στη θλίψη της εποχής θα αγαπήσω την εθνική επέτειο του ξεσηκωμού με νιόβγαλτο ενθουσιαμό, δεν υπάρχουν. Κάλπες υπάρχουν. Και όνειρα υπάρχουν. Όπως αυτό που θέλει τους πολίτες τούτης της χώρας να ξεθεμελιώνουν ένα κράτος κηφήνων και βιαστών της γλώσσας και των νοημάτων, γκρεμιστών των ζωών και του ήθους, διά της δημοκρατικής διαδικασίας. Δεν έγιναν εκλογές τον Φεβρουάριο; Ακόμα καλύτερα. Περισσότερος χρόνος για οργάνωση. Είναι γελοίο να δαπανάται χρόνος και ενέργεια σε εκδικητικά παιδιαρίσματα, αυγιά, γιούχα και γιαούρτια. Το κράξιμο είναι η κατινιά της πολιτικής. Ο λαός θα έπρεπε πια, μετά τη λαίλαπα που έχει ενσκύψει στον τόπο, μετά την αναποτελεσματικότητα των διαμαρτυριών κάθε είδους και την αποθράσυνση της κρατικής βίας, να σιωπά, να συσπειρώνεται, να διαμορφώνει και να πλαισιώνει το καινούριο και να περιμένει τους προδότες του στη γωνία με το ψηφοδέλτιο στο χέρι. 

Ο ελληνικός λαός, ο ίδιος εκείνος που στις αρχές του 19ου αιώνα χάλασε τα σχέδια της ιεράς συμμαχίας και που στα μέσα του προηγούμενου αιώνα διέλυσε πρώτος το φάντασμα ενός ανίκητου φασιστικού άξονα, καλείται ξανά σήμερα να δώσει μια μάχη ελευθερίας, όχι μόνο για την πάρτη του, ούτε καν για την πάτρη του, αλλά για την οικουμένη. Χτυπημένος πρώτος στο δυτικό κόσμο από τα αρπακτικά των διεθνών αγορών, γονατισμένος πολιτισμικά και πολιτικά, μπορεί, έχει τη δυνατότητα να κοιτάξει μέσα του, να βρει τη πνευματική και ψυχική δύναμη στην παράδοσή του και να ξεκινήσει την παγκόσμια επανάσταση του 21ου αιώνα. Με μέθοδο κι υπομονή, με καρτερία, να μεταχειριστεί τα νέα μέσα, να διαμορφώσει νέες προτάσεις, να συγκροτήσει πυρήνες και κοινότητες de facto δήμου, να εκλέξει ένα νέο κοινοβούλιο, να αναγκάσει τους εκπροσώπους του σε ευρείες συνεργασίες, να αποδείξει, ότι η δημοκρατία που γεννήθηκε στη Αθήνα δεν θα πεθάνει πάλι στην Αθήνα. Στα χέρια των Ελλήνων, της εμπροσθοφυλακής της Δύσης, βρίσκεται για ακόμα μια φορά το μέλλον. Από το παράδειγμά μας θα εξαρτηθούν πολλά. Κι αν μέχρι τις ερχόμενες εκλογές ο χρόνος δεν επαρκεί, δεν υπάρχει κι η πολυτέλεια της απογοήτευσης. Μόνο η ανάγκη για συντονισμό, αφύπνιση, παραγκωνισμό των εγωισμών, αγώνα αυτοβελτίωσης, αυταπάρνηση και εργασία για τις γενιές που θα έρθουν. Και συναίσθηση του ότι, όσο επιβραβεύουμε αυτό που μας προσβάλλει, αυτούς που δεν καλλιεργούν τους ανώτερους εαυτούς μας, εκείνους που ποδοπατούν τη φλόγα της πολιτισμικής μας πρότασης και παλεύουν για τη βολική μετριότητα σε κάθε χώρο και στίβο, μπροστά δεν θα πάμε. Και με γιαούρτι δε γίνεται δουλειά. Δουλεία γίνεται. Σήμερα, 25η Μαρτίου 2012, τίποτα δεν είναι σαφέστερο και πιο πιεστικό από την αναγκαιότητα του εσωτερικού ξεσηκωμού και της πνευματικής μας παλιγγενεσίας. Ζήτω το Έθνος!

24/02/2012

όχι στο κούρεμα της ανθρωπιάς

Η αλλαγή είναι ζήτημα ψυχής: Να προσπαθείς εγκάρδια να κάνεις την καθημερινότητα του άλλου λίγο καλύτερη. Να δίνεις στο διπλανό σου λίγο χώρο στο πακτωμένο από ύλη και δεσμεύσεις παρόν για να ανασάνει, να σέβεσαι ευαισθησίες που τον κάνουν άνθρωπο κι όχι ανδράποδο, να επιτρέπεις στον άλλο, για λίγο έστω, να μη νιώθει υπόλογη μηχανή. Η χώρα είναι οι άνθρωποι. Και το ανησυχητικότερο δείγμα της τελευταίας φάσης της κρίσης είναι η εντεινόμενη έκπτωση των ίδιων των ανθρώπινων συμπεριφορών. Το κούρεμα της ανθρωπιάς. Ιδίως από πλευράς ορισμένων, που διαθέτουν εξουσία. Δηλαδή, των «πιστωτών» της ελληνικής καθημερινότητας.

Το κράτος πρωτοστατεί διά των υπαλλήλων. Αντί να βρουν μια νέα, τελική, ηρωική ώθηση και να επιτελούν τα καθήκοντά τους σα να μην υπάρχει αύριο, σε πάμπολλους δημόσιους φορείς οι εργαζόμενοι συχνά δρουν σα να εκδικούνται τον πολίτη. Ζητούν ακόμα μίζες, εξυπηρετούν ημετέρους, καθυστερούν υποτιθέμενα διαμαρτυρόμενοι. Όσο πιο ψηλά, τόσο χειρότερα στην κλίμακα της διάλυσης. Με ύφος πικρίας κι ενόχλησης, χωρίς αντανακλαστικά φροντίδας, το δημόσιο λειτουργεί ακόμα με πελατειακές προτεραιότητες, επιμένει σε γραφειοκρατίες (δίπλωμα-κάρτα με φωτογραφία, ΑΦΜ και υπογραφή δεν αποτελεί έγγραφο ικανό για επικύρωση γνήσιου υπογραφής στα ΑΤ!), αλλά κι εκτελεί επί χρήμασι διευκολύνσεις. Οι ίδιοι οι άνθρωποί του, Έλληνες κατά τα άλλα και συμπολίτες, εξαγριώνουν συχνά το γείτονά τους. Και κατακρεουργούν τον εργοδότη της (αν)ελεύθερης αγοράς, που με τη σειρά του ξεσπά ένα φιμωμένο μένος στον εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα.

Υπό το φόβο απολύσεων ολοένα και περισσότεροι εργασιακοί χώροι γίνονται αφόρητες διελκυστίνδες παιγνίων εξουσίας. Οι εργοδοσίες μεγάλων εταιριών ανά τη χώρα μεταθέτουν τις εντολές στα χαμηλά τις ιεραρχίας. Παράλληλα, ωράρια παύουν να υπάρχουν, τα λειτουργικά κόστη δε βγαίνουν, ενώ οι προσωπικοί προϋπολογισμοί των υπαλλήλων εκτροχιάζονται. Με απρόσωπες κι εκ του μακρόθεν ανακοινώσεις (ειδικά στις πολυεθνικές εταιρείες) και δια του εκβιαστικού συναισθήματος, εργοδότες και υψηλόβαθμα στελέχη εμφυσούν στην αγορά εργασίας την αντίληψη ότι και μόνο που κανείς εργάζεται, οφείλει να είναι ευγνώμων υπήκοος. Μικρές οι επιβραβεύσεις – έστω ηθικές, ελάχιστα τα δώρα, έστω χρόνου. Στερημένοι από στοιχεία προσωπικότητας και ιδωμένοι ως αριθμοί, οι Έλληνες πολίτες και εδώ υπόκεινται ημερήσια ψυχικά βασανιστήρια. Τα παίρνουν μαζί στο σπίτι. Τα μαγειρεύουν και τα καταναλώνουν οικογενειακώς.

Κι αν τις Κυριακές τα πρωινά, εκεί όπου συγκεντρώνονται τα είδη ρουχισμού του «όλοι μαζί μπορούμε» γίνεται κάτι τόσο θαυμάσιο, που αν δεν το ζήσει κανείς δεν μπορεί να το συλλάβει, έξω στους δρόμους πληθαίνουν οι τρελλοί. Ιδίως οι σαλεμένοι γέροντες και οι κατεστραμμένοι νέοι. Αλλά κι οι ίδιοι οι άνθρωποι που αντλούν από αποθέματα βαθέος ανθρωπισμού και πολιτισμικής παιδείας και μαζεύουν παλιά ρούχα και κουβέρτες για εκείνους που κρυώνουν, συχνά-πυκνά κι αυτοί απελπίζονται. Αδυνατούν να χωνέψουν το κακό. Το μάτι τους γυαλίζει, η δύναμή τους θολώνει. Αναπτύσσουν επιθετικές ροπές. Διότι ζουν κάτι που μοιάζει με κακό αστείο. Δεν έκλεψαν, δεν απέφυγαν υποχρεώσεις, δεν διορίστηκαν, πλην όμως τώρα – κι είναι πολλοί – πρέπει να αναπνέουν μέσα στην σκληρή καθημερινότητα ανθρώπων με λέπια, με μόνη προοπτική την επιβίωση. Σχεδόν χωρίς γωνιές να ζει κανείς.


Θέλει τέχνη για να μπορεί να θυσιάζει κανείς δίκαια. Βούληση για αλήθεια και κουράγιο. Κυρίως, διάθεση. Στα δύσκολα είναι που μετράει η ανθρωπιά. Στα εύκολα κάνει και το τσιφτετέλι.

ΚΜ



ΥΓ - Μετά και τη συμφωνία για το PSI, από την ευρύτερη ελληνική γραμματεία η παραβολή του «τα μύρια τάλαντα οφείλοντος και τα εκατό δηνάρια απαιτούντος» είναι από τα πλέον καίρια κείμενα:

Κατά Ματθαίον 18:23-35

«…η βασιλεία των ουρανών ωμοιώθη με άνθρωπον βασιλέα, όστις ηθέλησε να θεωρήση λογαριασμόν μετά των δούλων αυτού. Και ότε ήρχισε να θεωρή, εφέρθη προς αυτόν εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων. Και επειδή δεν είχε να αποδώση, προσέταξεν ο κύριος αυτού να πωληθή αυτός και η γυνή αυτού και τα τέκνα και πάντα όσα είχε, και να αποδοθή το οφειλόμενον. Πεσών λοιπόν ο δούλος προσεκύνει αυτόν, λέγων· Κύριε, μακροθύμησον εις εμέ, και πάντα θέλω σοι αποδώσει. Σπλαγχνισθείς δε ο κύριος του δούλου εκείνου, απέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν εις αυτόν. Αφού όμως εξήλθεν ο δούλος εκείνος, εύρεν ένα των συνδούλων αυτού, όστις εχρεώστει εις αυτόν εκατόν δηνάρια, και πιάσας αυτόν έπνιγε, λέγων· Απόδος μοι ο, τι χρεωστείς. Πεσών λοιπόν ο σύνδουλος αυτού εις τους πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν λέγων· Μακροθύμησον εις εμέ, και πάντα θέλω σοι αποδώσει. Εκείνος όμως δεν ήθελεν, αλλ’ απελθών έβαλεν αυτόν εις φυλακήν, εωσού αποδώση το οφειλόμενον. Ιδόντες δε οι σύνδουλοι αυτού τα γενόμενα, ελυπήθησαν σφόδρα και ελθόντες εφανέρωσαν προς τον κύριον αυτών πάντα τα γενόμενα. Τότε προσκαλέσας αυτόν ο κύριος αυτού, λέγει προς αυτόν· Δούλε πονηρέ, παν το χρέος εκείνο σοι αφήκα, επειδή με παρεκάλεσας· δεν έπρεπε και συ να ελεήσης τον σύνδουλόν σου, καθώς και εγώ σε ηλέησα; Και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεν αυτόν εις τους βασανιστάς, εωσού αποδώση παν το οφειλόμενον εις αυτόν. Ούτω και ο Πατήρ μου ο επουράνιος θέλει κάμει εις εσάς, εάν δεν συγχωρήσητε εκ καρδίας σας έκαστος εις τον αδελφόν αυτού τα πταίσματα αυτών.»


Αν όντως έγινε στη χώρα μια διευκόλυνση, αυτή θα πέσει στο κενό εφόσον δεν αποφασίσουμε να διευκολύνουμε ο ένας τον άλλο. Κι αν ακόμα υποθέσουμε πως δεν έγινε, η αλληλεγγύη της καθημερινής καλοσύνης είναι μονόδρομος ώστε να αποφευχθεί η κοινωνική κατάρρευση.
 

29/01/2012

Η αφασία και οι επιπτώσεις της

Τι δεν καταλαβαίνουμε; Πόσο, πια, έχει καταντήσει ο δημόσιος λόγος κενός νοήματος; Ποια αιτία μας οδηγεί στο να μη δίνουμε βάση στις λέξεις και τις προτάσεις που προμηνύουν ρητά τα μελλούμενα; Χρόνια τώρα, ο Γιώργος Παπανδρέου και οι άνθρωποί του επαναλαμβάνουν από δημόσια βήματα την ανάγκη για κεντρική ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, αν όχι για παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση. Δεν το έχουν πει περιφραστικά. Το έχουν εκφράσει ακριβώς, καθαρά, ξάστερα. Κι όχι μόνο κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών. Χρόνια τώρα, πλείστοι πολιτευτές και παράγοντες περιγράφουν τα σχεδιάσματά τους ενώπιον των ίδιων Ελλήνων, που σήμερα πέφτουν φωνασκούντες από τα σύννεφα με την πρόβλεψη της δεύτερης δανειακής σύμβασης περί ξένου επιτρόπου, ήτοι γενικού δερβέναγα με δικαίωμα αρνησικυρίας επί των οικονομικών μας. 

Το όλο θέμα, όμως, αντιβαίνει στη λογική. Πρώτα, ψηφίζει κάποιος (ή δέχεται αδιαμαρτύρητα να το πράττουν οι γύρω του) έναν πολιτικό που, παρά τις αντιφάσεις του (“δεν θα πάμε στο ΔΝΤ”), ευαγγελίζεται εκχώρηση της οικονομικής διακυβέρνησης του τόπου, στην ουσία έναν άνθρωπο με ασθενή αίσθηση της ελληνικής γλώσσας και ακόμα χειρότερη εικόνα της εθνικής πραγματικότητας. Μετά, αυτός ο ίδιος “κάποιος” διαμαρτύρεται, διότι η χώρα του χάνει την οικονομική της κυριαρχία και σχεδόν εκποιείται – δια ταπεινωτικών, όπως και να το κάνουμε, εγγυήσεων – στους ξένους πιστωτές της. Όλεθρος ανακολουθίας. Σα να μην προσλαμβάνουν πια τα αυτιά των πολιτών αυτό που λέγεται κι εμπέμπεται δημόσια. Σα να μην επεξεργάζεται ο κοινός νους τα σήματα και τα νοήματα. Μα, μας το έχουν πει, ότι θα συμβεί αυτό το πράγμα! Όχι. Εμείς εκεί, σα να έχουμε μπουκώσει πια από τα ψέμματα, πλέον απλά δεν ακούμε. Τους ψηφίζουμε στη βάση φαντασιακών συναισθηματικών κόσμων. Και ζούμε σε μια χώρα όπου μοιάζει να κυριαρχεί αυτό ακριβώς, που καλείται επιστημονικώς αφασία και αφορά σε απώλεια θεμελιωδών γλωσσικών ικανοτήτων.

Δηλαδή, πως περίμενε κανείς, όταν έριχνε ΠΑΣΟΚ υπό τη σκιά της κρίσης, ότι θα συντελούνταν τα βήματα προς μια κεντρική οικονομική διακυβέρνηση της ευρωπαϊκής ζώνης; Μήπως, δια της δημοκρατικής απόφασης των Ελλήνων πολιτών για μετακόμιση του ελληνικού ΥΠΟΙΚ στο Berlaymont των Βρυξελλών, πλήρους, μετά των υπαλλήλων και των κλητήρων αυτού; Δεν ξυπνά καμία χώρα ένα πρωί με όρεξη να μην είναι πια αρμόδια για την οικονομία της. Αναγκάζεται να το κάνει - ειδικά σε περιβάλλον γενικευμένης διεθνούς κρίσης. Σύμφωνα, δε, με τους ίδιους τους φορείς της εξουσίας εν Ελλάδι, επόμενο δεν ήταν, αργά ή γρήγορα, η ελληνική διοίκηση να βρεθεί μπροστά σε κομισάριους, ινστρούκτορες, επόπτες κι αρμοστές; Ήταν. Και ο έχων ώτα ακούειν έπρεπε να το είχε ακούσει από καιρό και ο νοών να το είχε νοήσει. Σε απλά ελληνικά μας το έλεγαν και μας το ξανάλεγαν. Ας βάλουμε στην άκρη τις επαναληπτικές τοποθετήσεις του ΓΑΠ, χρόνια τώρα, ή τα βιογραφικά των συμβούλων και των “κηπουρών” του. Πόσο πιο σαφής θα μπορούσε να γίνει, λχ, ο Ευάγγελος Βενιζέλος στη συνέντευξη τύπου εκείνη, το βράδυ της 16 Ιουλίου 2011; Τότε, που ξεκίνησε πανηγυρίζοντας τον υποτιθέμενο πάτο στο βαρέλι και τελικά είπε: «’Εχει σημασία να ερμηνεύσουμε σωστά το μήνυμα που έστειλε σήμερα η Ε.Ε, η Ευρωζώνη, στις αγορές. Έστειλε ένα αίτημα για παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση.» Γιατί κανείς δεν έβαλε τις φωνές τότε;

Βεβαίως, δεν είναι όλοι οι Έλληνες αφασικοί. Αρκετοί αντιλήφθηκαν τι είπε ο υπουργός. Όπως πολλοί έχουν επίγνωση και συναίσθηση των πολιτικών που ακολουθούνται εδώ και καιρό. Κι ορισμένοι πιστεύουν ότι ο Έλληνας κακώς δυσφορεί μπροστά στο φάσμα της γερμανικής (διότι Ευρώπη, κατά πώς πάει, ίσον Βερολίνο) υπαγόρευσης και επιβολής οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής στην Ελλάδα. Εκείνοι που ζουν με κριτήριο το γράμμα των νόμων και των κανόνων, ο πανάρχαιος αυτός τύπος ανθρώπου, οι Κρέοντες του Σοφοκλή, στέκουν τώρα μπροστά από τους κώδικες και τις υπογραφές και με ήθος γραφειοκρατικό, προτεσταντικό, οριζόντιο, αποφαίνονται ότι οι δανειστές έχουν το αποκλειστικό δίκιο της υπόθεσης. Ας προσέχαμε. Τώρα, μας λένε, ειδικά κατόπιν της διευκόλυνσης του κουρέματος, κορυφαία προτεραιότητα πρέπει να είναι η αποπληρωμή παντός χρέους. Όλα τα άλλα έρχονται δεύτερα. Κι από μία ηθική σκοπιά, το επιχείρημά τους είναι ακλόνητο. Pacta sunt servanta: Τα συμπεφωνημένα σεβαστά. 

Κάτι τέτοια λατινικά ακούει, όμως, ο πολύς λαός και ταράσσονται τα σωθικά του. Διότι έτσι χονδρικά, δίχως μελέτη και σπουδή, κατά βάθος τον τρώει μια υποψία, πως τούτα που του επιφυλάσσονται είναι σε μεγάλο βαθμό άδικα, παράνομα, ενίοτε και αντισυνταγματικά. Διότι, βάζει με το νου του, στο πλαίσιο του ισχύοντος κοινωνικού συμβολαίου καμιά γερόντισσα δεν δικαιολογείται να μην περιθάλπτεται, καμία ΤΤΕ δεν δικαιούται να απλώνει χέρι στα αποθεματικά των επικουρικών και καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να απονομιμοποιεί στην πράξη την ατομική ιδιοκτησία και να ενεχυριάζει τους φυσικούς πόρους και τη δημόσια περιουσία της Ελληνικής Δημοκρατίας. Κι όλα αυτά δεν γίνεται να φέρουν τη βούλα κανενός ύπατου αρμοστή αποικιακού τύπου. Όμως, ο ίδιος ο πολύς λαός που τώρα αφρίζει, ας πρόσεχε κι αυτός. Ας πρόσεχε τα βασικά: Τις λέξεις, τα νοήματα, τα λόγια, τα απλά στοιχεία, το «ένα κι ένα κάνουν δύο», που χρόνια αποσβολωμένος μπροστά στην ξύλινη γλώσσα της τηλοψίας έχει λησμονήσει και ενώπιον της κάλπης αψηφά.

Προσοχή: Εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, μέσα στους επόμενους μήνες θα έχουμε εκλογές. Έως τότε, το blog τούτο συστήνει πολύ ραδιόφωνο, ανάγνωση, αποφυγή της υστερικής σαβούρας του διαδικτύου, αυστηρά επιλεκτική τηλεθέαση, έρευνα, διάλογο και ψυχραιμία στη βάση μιας απλούστατης, δημοκρατικότατης αρχής: Τους κυβερνώντες μας τους εκλέγουμε. (Ακόμα και ο Παπαδήμος αποτελεί προέκταση μιας πολιτικής του εκλεγμένου Γιώργου.) Μπορούν, λοιπόν, εφόσον ο λαός όντως το επιθυμεί και το κρίνει ωφέλιμο, εν μια νυκτί να πάρουν πόδι, χωρίς να καεί καμιά Βουλή, δίχως να γίνει καμιά επανάσταση παλαιολιθικής αισθητικής, δίχως να λάβει χώρα κανένα πραξικόπημα χουντικών αναφορών. Απλά. Διότι ένα κι ένα κάνουν δύο. Κι αν φοβόμαστε την αλλαγή, τη βαθιά ρήξη και το ρίσκο της όντως δημοκρατικής ανατροπής, αν τρέμουμε την Terra incognita μιας νέας κοινοβουλευτικής σύνθεσης χωρίς προηγούμενο, δεν μας φταίει κανείς.

 

ΥΓ - Σε πρόσφατη ραδιοφωνική μας συνομιλία, ο πολιτικός επιστήμων και πανεπιστημιακός Γιώργος Κοντογιώργης σημείωσε πως μόνος τρόπος εν καιρώ ανατροπής του σημερινού αδιεξόδου είναι η συγκρότηση πυρήνων «de facto δήμου». Με άλλα λόγια, ευθύνη δεν έχει μόνο εκείνος που ακούει κάτι και δεν το αντιλαμβάνεται. Ευθύνη έχει κι εκείνος που, ενώ καταλαβαίνει καλά, ιδιωτεύει. 

10/01/2012

εκτός θέματος

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου, ώρα έξι και μισή το απόγευμα. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων. Εκδήλωση του Κύκλου Ποιητών. Νάνος Βαλαωρίτης. Υπερενενηντάχρονος. Ζωντανή ιστορία αυτής της χώρας. Τα κορμιά των ναρκομανών τα ξαπλωμένα στα σκαλιά του μεγάρου που  λειτούργησε για πρώτη φορά το 1842 ως Δημοτικό Γενικό Νοσοκομείο “Ελπίς” σε σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα F. Staufert: ζωντανή σύγχρονη ιστορία και αυτά. Άνθρωποι γυμνοί, πέντε-έξι από τη μία πλευρά της διπλής μαρμάρινης σκάλας και άλλοι τόσοι από την άλλη, νεκροζώντανη ειρωνία της σημειολογίας της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής. Οι απόβλητοι, απόκληροι, αβοήθητοι της ελληνικής κοινωνίας του 2012 τρυπιούνται στα σκαλιά του νοσοκομείου των μέσων του 19ουαιώνα. Γυναίκες τους προσπερνούν με τρόμο και συντριβή σκαρφαλώνοντας διαγωνίως τα σκαλοπάτια. Και μέσα, στην αίθουσα Αντώνης Τρίτσης ο τελευταίος επιζών της γενιάς του ’30, ο φίλος των μπήτνικ και σύντροφος των ιερότερων τεράτων που βάζει ο φιλόλογος νους να υπενθυμίζει: «Είμαστε εκτός θέματος.» 
 
Πόσο εκτός θέματος μπορεί να βρεθεί μια κοινωνία; Το έθνος που άνα τις χιλιετίες μιλούσε ελληνικά έχει αντιμετωπίσει κρίσεις αδιανόητης έντασης. Το Δεκέμβριο του 1452 τα πλήθη αποδοκίμαζαν τον Κωνσταντίνο ΙΑ’ έξω από την εκκλησία της του Θεού Σοφίας. «Αποστάτα! Αποστάτα!» - οι ιαχές έφταναν μέχρι τον Κεράτιο. Ο, ουνίτης πλέον, αυτοκράτορας είχε επικυρώσει την ένωση των εκκλησιών. Στη λειτουργία είχε πρωτοστατήσει ο παπικός καρδινάλιος Ισίδωρος. Ο μετέπειτα, υπό τον σουλτάνο, πατριάρχης Γεννάδιος, παλαιότερα ως Γεώργιος Σχολάριος πρωτοπαλίκαρο των ενωτικών, ένωνε τις δυνάμεις του με τον Λουκά Νοταρά. «Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν.» Η σύγκλητος της Βενετίας υπόσχεται βοήθεια στο Βυζάντιο υπό τον όρο της ένωσης των εκκλησιών στην πράξη. Οι λατινικές τράπεζες θα χορηγήσουν πιστώσεις για πολεμικό υλικό και τα κράτη της Δύσης θα στείλουν στρατιωτική βοήθεια, εφόσον το βυζαντινό κράτος καταστεί, κατ’ ουσία, μια προκεχωρημένη υποτελής βάση τους. Εκτός αυτού, οι Ρωμιοί καλούνταν να αλαξοπιστήσουν.
 
Οι σημερινοί Έλληνες, πάλι, δείχνουν ενίοτε να έχουν απλά χάσει την οποιαδήποτε πίστη τους. Ναι, βρισκόμαστε υπό εκβιασμό. Η οικονομία ψυχομαχεί και ο πολίτης εξαθλιώνεται υλικά. Το χάπι αυτό δε χρυσώνεται και καμία ηθική επίκληση στα δικαιώματα των δανειστών δεν δικαιολογεί την ανθρωπιστική κρίση που επιβάλλεται στην ελληνική κοινωνία. Η θλιβερότερη, όμως, από κάθε μείωση εισοδήματος εκδήλωση της βαθιάς μας παρακμής κατοικεί στη γενική εγκατάλειψη. Το μέγιστό μας πρόβλημα είναι ότι το κράτος εγκαταλείπει τα πόστα του. Και με τον τρόπο αυτό υπογράφει την καταδίκη της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Που μπορεί να μείνει στη ζώνη του ευρώ ή και να αποχωρήσει από αυτήν - το μόνο βέβαιο, όπως πάει, είναι ότι θα καταρρεύσει υπό το βάρος κοινωνικής έκρηξης. Καθώς οι εγκληματίες υπουργοί, τώρα και δελφίνοι, οι περσόνες που μας κυβέρνησαν εσχάτως και άφησαν μια παιδεία χωρίς βιβλία και μια κοινωνική πρόνοια καταργημένων υπηρεσιών, φορέων και ιδρυμάτων, αυτοί οι ίδιοι αφήνουν πλέον κόσμο να ψοφολογάει στο δρόμο. Όχι, αυτό που ζούμε πια δεν είναι δεκτό ως εντός των περιθωρίων κοινωνικού αποκλεισμού μιας καπιταλιστικής αστικής χώρας.
 
Πολύ πριν τη σημερινή παγκοσμιοποίηση, το 1345 σημειώνεται η μεγάλη κρίση των τραπεζών της Φλωρεντίας: Μια Lehman του ύστερου μεσαίωνα σκάει και η κρίση εξαπλώνεται αργά μέσα από πρωτόγονες τεχνολογίες. Έναν αιώνα αργότερα, τα τελευταία χρόνια της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σημαδεύονται από την τελειωτική αδυναμία της Κωνσταντινούπολης να συλλέξει φόρους και να δανειστεί. Στις έσχατες πλέον μέρες ο Κωνσταντίνος πλήρωνε τους μισθοφόρους του με νησιά. Για μέγα μέρος του λαού του ήταν ένας Κουίσλινγκ, ένας δωσίλογος προδότης. Λίγα στοιχεία έχουμε από πηγές της εποχής για το αν στους δρόμους της Βασιλεύουσας ο κόσμος σερνόταν μέσα στις κακουχίες και τις ασθένειες. Μπροστά στον κίνδυνο της ολοκληρωτικής εθνικής υποταγής, ίσως κάτι τέτοιο και να μην αποτελούσε ζήτημα πρωταρχικής σημασίας.
 
Σήμερα, μία αναγέννηση κι έναν διαφωτισμό αργότερα, το πράγμα στον τόπο έχει φτάσει στο μη περαιτέρω. Κι όπως, εν μέρει, αυτή η ανάρτηση, μοιάζουμε συχνά να είμαστε όλοι εκτός θέματος. Διότι, ενόσω καταπιανόμαστε με νούμερα, ζητούμενο θα έπρεπε να είναι ο δίπλα, ο πλησίον κι ένα κράτος που, πτωχεύει-δεν πτωχεύει, δια των αντανακλαστικών του ανθρώπινου παράγοντα και με πολιτική υπερπροσπάθεια, λειτουργεί τουλάχιστον ως προς τις βασικές υποχρεώσεις του: υγεία και πρόνοια, κατόπιν παιδεία. Έλεος: Κανένας ξένος στρατός δεν είναι συγκεντρωμένος στα σύνορά μας, ούτε αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο ενός πολεμικού αφανισμού. Καμία μέριμνα για κανένα PSI δεν αποτελεί δικαιολογία. Οι εναπομείναντες πασόκοι και λοιποί παλαιοπαραταξιακοί πολιτευτές της κρατικής διοίκησης οφείλουν επιτέλους να αποφασίσουν τα δίκαια εκείνα τσεκούρια των περιττών δαπανών και την άμεση θωράκιση ενός αυξανόμενου μέρους του πληθυσμού, που πλέον διαβιεί υπό συνθήκες Ντίκενς και Βίκτωρος Ουγκώ. Δεν υπάρχει κανένα ελαφρυντικό.
 
Το θέμα είναι ιστορικής σημασίας, σαφές για όποιον κυκλοφορεί στο κέντρο της Αθήνας. Αν η πολιτεία δεν σκύψει επειγόντως – με τα ελάχιστα, έστω, μέσα που διαθέτει – πάνω από την υποτυπώδη αξιοπρέπεια του πολίτη, η ελληνική κοινωνία θα θερίσει θύελλες. Σε μία μόνο αστική μικροστιγμή σήμερα: ο Δήμος απών, η αστυνομία επίσης, ο μηχανισμός της υγείας, οι οργανισμοί απεξάρτησης, η πρόνοια. «Το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι η τελευταία φάση του καπιταλισμού. Αυτή τη στιγμή καταρρέει. Είναι σε πανικό,» λέει ο Νάνος Βαλαωρίτης. Πέρα από την ανάλυση, η πραγματικότητα ξεδιπλώνεται ανατριχιαστική: «Όταν έφυγε το παιδί μου για το εξωτερικό έκλαιγα δυόμιση μήνες. Και τώρα λέω πότε θά’ρθει η ώρα να φύγει και το άλλο μου παιδί. Έχουμε κράτος ή δεν έχουμε; Εγώ ξέρω, βέβαια. Δεν έχουμε. Δεν υπάρχει τίποτα. Τίποτα δεν υπάρχει. Λυπούμαι για τον τόπο μου. Λυπάμαι,» λέει κι η Σοφία, που δεν είναι ποιήτρια, μόνο πολίτης. Η γυναίκα αυτή παραδέχεται πως μέχρι τώρα απείχε από τις εκλογές. Σήμερα μετανιώνει και μαζί αντιλαμβάνεται, πως αν συνεχίσουμε έτσι θα σημειωθεί τελικά θεομηνία τέτοια, που θα καταστήσει την αποφυγή της πτώχευσης και της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα συζήτηση δευτερεύουσα για τους Έλληνες κι εκτός θέματος στόχο.

25/10/2011

Κούρεμα, ζόφος κι ένα παράφορα αισιόδοξο σενάριο εθνικού μέλλοντος

Από πού ν’αρχίσει κανείς; Τα λέμε καιρό: Επανακεφαλαιοποίηση, κούρεμα και μόνιμη εποπτεία. Όσον αφορά τη γενική πορεία των πραγμάτων, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να περιμένουμε τις αυριανές αποφάσεις – πλην εκπλήξεως από πλευράς των διεθνών τραπεζιτών, που μπορούν να αποφασίσουν τελικά να μας χρεωκοπήσουν τελειωτικά και με τη βούλα. Αν αυτό δεν συμβεί και η συμφωνία της Τετάρτης περάσει από το ελληνικό κοινοβούλιο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο σε δύο χρόνια θα είμαστε ακόμα «σύνευροι» με τους εταίρους, που έχουν αρχίσει πια να τρώγονται μεταξύ τους. Εν τέλει, όμως, ας διανοηθούμε πως όλα θα πάνε καλά. Πως ενώπιόν μας έχουμε πεδίο δόξης λαμπρό. Πρέπει να το πιστέψουμε, ακόμα και με μια δόση τρέλας, ακόμα και σουρρεαλιστικά, αν θέλουμε μια μέρα να επιστρέψουμε στην ακμή και την ευημερία.

Βέβαια, πρέπει κανείς να είναι τυφλός, εφόσον δεν διακρίνει ότι το έθνος μπαίνει σε μία νέα περίοδο σκληραγώγησης. Λεφτά δεν υπάρχουν και λεφτά δεν μας δίδονται. Ακόμα και ρεσάλτο στην πλουτοκρατία να γινόταν, τα κεφάλαια που αυτή τη στιγμή βρίσκονται στην Ελλάδα είναι ελάχιστα και οι κερδοφόρες επιχειρήσεις ανεπαρκείς για να συντηρήσουν μια λαϊκή εξουσία κεντρικής οικονομίας και αποκατάστασης παροχών. Παρά την όποια ρητορική της παραδοσιακής αριστεράς, που ζει την άχρονη τρυφερότητα ενός επαναστατικού ρομαντισμού, η εκ νέου σκληραγώγησή μας φαίνεται πια αναπόφευκτη. Δυστυχώς, δε, οι εν ζωή εκπρόσωποι της άξιας γενιάς του 1930, οι οποίοι ήδη από τη δεκαετία του ’80 έλεγαν «ε, ρε, μια κατοχή που μας χρειάζεται…», σήμερα εισακούγονται. Η χώρα μπαίνει πάλι σε περίοδο κατοχής. Κάτι που πρέπει, τρόπον τινά, να μας χαροποιεί, διότι, τουλάχιστον, γλιτώσαμε τον πόλεμο.

Αυτό το τελευταίο, ότι γλιτώσαμε τον πόλεμο, ακούγεται εξοργιστικό, όμως δεν είναι ακριβώς αστείο. Πόλεμος σοβεί αυτή τη στιγμή παντού τριγύρω μας. Από την ανατολική Τουρκία – όπου το Ισραήλ φαίνεται πλέον να στηρίζει τους Κούρδους φέρνοντας την Άγκυρα ακόμα πιο κοντά στην Τεχεράνη – μέχρι τη Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική, νοτιοανατολικά γύρω από την Ελλάδα, όπως σχετικά πρόσφατα και βόρεια των συνόρων μας, εκτείνεται ένα τόξο βίας και σύγκρουσης. Εμείς, πάλι, εφόσον ως τρίτη Ελληνική Δημοκρατία επιστρέψουμε σε καθεστώς ευρωπαϊκού προτεκτοράτου, όπως στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά και όσο χρωστάμε (βασικό αυτό) δύσκολα θα διατρέξουμε κίνδυνο. Ειδικά ως προς την Τουρκία, η Δύση πλέον δείχνει πως αρχίζει να αναζητά αφορμές για προμηνύματα σύγκρουσης – ομοίως και η Ρωσία. Σε κάθε περίπτωση, η διατήρηση της ακεραιότητας της επικράτειας μιας χώρας που εσωτερικά διαλύεται, ως η Ελλάς σήμερον, είναι κάτι που ουδόλως κανείς πρέπει να λαμβάνει ως δεδομένο. Εφόσον δεν κινδυνεύουμε άμεσα (κυρίως στη Θράκη), ας είμαστε ικανοποιημένοι. 

Παραδόξως, πρόβλημα ίσως είναι ότι πλέον δεν θα χρωστάμε εκεί όπου χρωστούσαμε έως τώρα. Με το κατόρθωμα της κυβέρνησης Παπανδρέου, μετά το κούρεμα, που θα εξαθλιώσει περαιτέρω πλατιές λαϊκές μάζες, θα χρωστάμε ακόμα πολλά, αλλά θα τα χρωστάμε σε εμάς τους ίδιους. Έξω δεν θα οφείλουμε – τουλάχιστον όχι σε ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, άρα όχι στο διεθνές τραπεζικό κεφάλαιο, ήτοι τους σκληρούς καρχαρίες της παγκοσμιότητας. Θα χρωστάμε, βέβαια, σε κράτη και την ΕΕ. Και οι ελληνικές τράπεζες πλέον θα βρίσκονται σε ξένα χέρια. Η κατάσταση διαγράφεται ζοφερή, όμως, σε πείσμα των σκοτεινών στοιχείων, μπορούμε να πιστεύουμε, συνάμα ευχόμενοι, πως όλα θα αποβούν τελικά καλώς. Κι ας τρομάζουμε από τις οδυνηρές διαπιστώσεις, που προκύπτουν όταν κοιτάζουμε το κούρεμα λογιστικώς κατάματα. Κι ας έχουμε το νου, ώστε να βάλουμε τους αριθμούς κάτω και να κατανοήσουμε μια λογική πραγματικότητα: ουδόλως λύνονται τα προβλήματά μας.

Στο προκείμενο, λοιπόν. Κατά πρώτον, από ένα σύνολο χρέους κοντά στα 380δις δεν κουρεύονται τα εξής (
μνεία στον αναλυτή Αντώνη Βραϊλά από το Λονδίνο, που συνέβαλε στα νούμερα):
 

- 73δις που έχουν δοθεί απο την Τρόικα (συμπεριλαμβάνεται η 6 δοση)
- 60δις που κατέχει η ΕΚΤ
- 58δις που λήγουν μετά το 2020 ή 39δις που λήγουν μετά το 2024 (σημ: τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν και ομόλογα λήγοντα μετά το 2030)
- 15δις περίπου τα έντοκα γραμμάτια
- 5δις περίπου, που κατέχουν φυσικά πρόσωπα

Σύνολο 210 με 230. Συνεπώς: κουρεύονται περίπου 150δις, όσα αφορούσε και το πρωτο PSI.

Η σχετική έκθεση της τρόικας αναφέρεται στο ελληνικό χρέος ως βιώσιμο εφόσον αυτό βρεθεί στο επίπεδο του 120% του ΑΕΠ. Με την ύφεση του 2011 το ΑΕΠ στο τέλος του χρόνου υπολογίζεται περί τα 215δις. Άρα, βιώσιμο χρέος για την Ελλάδα είναι τα 260δις. Δηλαδή, απαιτείται μείωση χρέους 100δις. Οπότε, κανονικά, το απαραίτητο κούρεμα ανέρχεται το λιγότερο στο (100/150=) 67%! Υψηλότερο ακόμα κι από τις γερμανικές προσδοκίες. Σε κάθε περίπτωση, ας δεχθούμε ότι με κόλπα, μαντζούνια, ξόρκια και προσευχές, ή με επέκταση του κουρέματος και σε ομόλογα που λήγουν μέχρι το 2035, η Ευρώπη και το ΔΝΤ θα μας «κόψουν» τελικά 100 δις. Ας δούμε τί θα μας στοιχίσει αυτό:

Οι εγγυήσεις, που πρέπει να παράσχουμε, υπολογίζονται, στην καλύτερη περίπτωση, στο 35% του ποσού που αποτελεί προϊόν της τελικής αναδιάρθρωσης. Στην περίπτωση μας: 0.35*50 = 17 δις – ας πούμε 20.
Επιπλέον 20 δις θα χρειαστεί να δανειστούμε για την ενίσχυση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ήτοι για τις τράπεζες, ώστε με τα 10δις του πρώτου πακέτου να φτάσουμε τα 30δις σύνολο. Χονδρικά και μπακαλίστικα, τα ασφαλιστικά ταμεία θα χρειαστούν επίσης τουλάχιστον 20δις.

20+30+20, σύνολο εβδομήντα. Συνεπώς: Γλιτώνουμε 100. Φορτωνόμαστε 70. «Κερδίζουμε» 30. Ας υποθέσουμε ότι τελευταία στιγμή συμβαίνει κάτι έκτακτο και τελικά το κέρδος μας φτάνει τα 50δις. Πάλι, το τραπεζικό σύστημα της χώρας αλλάζει χέρια, επιστρέφουμε σε επίπεδα κυριαρχίας 1897, στο τραπέζι μπαίνει η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη σε περίπτωση που δεν επιτυγχάνονται εφεξής ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί – και τώρα αρχίζουν τα καλά νέα!
 

Κατά πρώτον, εκπνέει η κυβέρνηση Γεωργίου Β΄ Παπανδρέου Γ΄. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ήδη σε κλίμα 1995, με Άννα, Ραγκούση, Λοβέρδο σε ρόλους τότε Πάγκαλου, Βάσως, Σημίτη. Όμως, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει πια μέλλον συνολικά. (Αν έχει, ο Έλληνας θα είναι άξιος της τύχης του.) Ο Γιώργος κοντεύει να τελειώσει τη δουλειά που υποσχέθηκε ο πατέρας του, μας φέρνει ένα βήμα από την έξοδο από την Ευρώπη, παίρνει πίσω και με το παραπάνω ό,τι μοιράστηκε τις τελευταίες δεκαετίες και ο κύκλος του σοσιαλιστικού κινήματος, ευτυχώς για το πανελλήνιο, ολοκληρώνεται. Την εξουσία αναλαμβάνει – ίσως μετά από μια σύντομη επιθανάτια αυτοδυναμία της ΝΔ – ένα συνονθύλευμα πολιτικών προσώπων που συγκροτούν κυβερνητικά σχήματα ευρύτερης συνεργασίας, αδυνατώντας όμως τελικά να αποτινάξουν την παλαιοκομματική καταγωγή τους. Εφόσον, πάντως, η Ελλάδα παραμείνει μέρος της ευρωζώνης και η ΕΕ εξακολουθήσει να υφίσταται, εν καιρώ θα αλλάξουμε μυαλά και θα ορθοποδήσουμε. Ίσως αποκτήσουμε καλύτερη σχέση με τη λογική, ξαναδούμε ευημερία βασιζόμενοι σε στρατηγικά αναπτυξιακά πλεονεκτήματα, οργανωθούμε επιτέλους ως κράτος. Αν όμως δεν μείνουμε στο Ευρώ και η γηραιά ήπειρος δεν διατηρήσει τη συνοχή της;

Εδώ ξεκινά το πλέον παράφορα αισιόδοξο σενάριο: Καθώς η Ευρώπη θα αποσυντίθεται ούτως ή άλλως, με την Ιταλία να ανάγεται αρχικά σε μέγιστο βραχνά και τις βρετανικές τάσεις φυγής να εντείνονται, αργότερα με τριβή ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία και τελικά με διάλυση του κοινού νομίσματος – παρά τη στήριξη των ευρωπαϊκών οικονομικών από το ΔΝΤ με κεφάλαια και από τις αναδυόμενες οικονομίες του πλανήτη –  στην Ελλάδα της εξαθλίωσης και του απαξιωμένου κοινοβουλευτισμού, οι Έλληνες θα ξαναρχίσουν να βρίσκονται μεταξύ τους με κρίσιμη μάζα μια γενιά που ακόμα δεν πρόλαβε να φθαρεί διοικητικά, συγκροτώντας νέους και αυθεντικά πολιτικούς πυρήνες.

Σε περιβάλλον όπου οι αντιλήψεις περί αριστεράς και δεξιάς δεν θα έχουν πια καμία τύχη, οι κινηματικές διαδικασίες και οι ομάδες δράσης και σκέψης θα συγκροτήσουν μια νέα πολυσυλλεκτική κίνηση, βασισμένη στους άξονες του υγιούς κοινωνικού φιλελευθερισμού, της δραστηριότητας στα πλαίσια μιας όχι ανεξέλεγκτης ελεύθερης αγοράς, του πατριωτισμού και της παιδείας. Νέοι Έλληνες, επιστήμονες και άνθρωποι της παραγωγής, θα συναντηθούν για να υλοποιήσουν σοβαρές προτάσεις. Η Αθήνα θα αδειάζει, καθώς η ανάγκη και το δαιμόνιο του λαού θα τον στρέφουν προς την περιφέρεια, ενώ η ελληνική ύπαιθρος σιγά-σιγά θα αναγεννιέται. Την κρίσιμη ώρα και ενόσω η Ευρώπη θα καταρρέει διαλυόμενη, με την Τουρκία στριμωγμένη από τις λάθος στρατηγικές της και τις εσωτερικές της αντιφάσεις, σε ευνοϊκό γεωπολιτικό κλίμα λόγω ενεργειακών και εμπορικών συνθηκών, μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τους πυρήνες πνευματικής αντίστασης θα ξεπηδήσει ένα νέο ρεύμα που θα αποκτήσει πολιτική έκφραση σε πείσμα των παραδοσιακών ΜΜΕ.

Τότε, σε έναν κόσμο που όπως τον ξέρουμε θα αφανίζεται, σε καιρό περιφερειακών συρράξεων και ψυχροπολεμικής έντασης, το νέο πολιτικό προσωπικό των άφθαρτων, τίμιων και εργατικών πολιτών θα αναλάβει τη δύσκολη ευθυγράμμιση του έθνους με την αναπόφευκτη μοναξιά του. Παρατηρώντας παραδοσιακές παγκόσμιες δυνάμεις να σκιαμαχούν, η νέα Ελλάδα θα δει τους τοποτηρητές να φεύγουν, το λιγνό τραπεζικό της σύστημα να ορίζεται ξανά από το ελληνικό κράτος, τους παραγωγικούς τομείς να αξιοποιούν την εμπειρία και την υλικοτεχνική υποδομή που θα έχουν αφήσει πίσω τους οι νεοαποικιοκράτες της Τρόικας. Η πατρίδα, τότε, θα χαράξει εκ νέου διεθνείς συμμαχίες, θα ξανασυναντήσει την κοινή της μοίρα με τον κυπριακό ελληνισμό και θα υιοθετήσει τις οικονομικές δραστηριότητες εκείνες, που θα της επιτρέψουν να ευημερήσει ως σταυροδρόμι μιας παγκόσμιας νέας εποχής, όπου η απόλυτη ηγεμονία των ΗΠΑ και της Ευρώπης θα αποτελεί ανάμνηση. Η οικουμενικότητα του ελληνικού στοιχείου και η μη τέλεια ταύτιση του έθνους με τη σύγχρονη Δύση θα καταστούν εκ νέου πλεονεκτήματα σε έναν κόσμο όπου αντίδοτο του Όργουελ εντός μας θα είναι ο Οδυσσέας.

Μέχρι τότε, δυστυχώς, μας περιμένει άγρια φτώχια και σκληραγώγηση. Για πέντε, δέκα χρόνια, ποιος ξέρει; Και βέβαια, τίποτα καλό δεν θα συμβεί, αν δεν αρχίσουμε άμεσα να επενδύουμε ξανά, καθημερινά, στην ουσιαστική παίδευσή μας. Γίνεται. Είναι εφικτό. Ήδη, μέσα σε λίγα χρόνια, ανακτήσαμε σε μεγάλο βαθμό και πέρα από κάθε αμφισβήτηση την εργατικότητά μας. Μένει να αφήσουμε κατά μέρος την έξη της αντιδραστικότητας και το πρότυπο της χαζομάρας και να πάρουμε με ψυχή το δρόμο του πνευματικού παιδεμού. Ας γίνει η αρχή με μια κοινή παραδοχή: Μέγιστος προδότης σήμερα είναι όποιος κλείνει σχολεία, ιδρύματα γνώσης και σχολές, ή όποιος δίνει στο λαό διά των ΜΜΕ πνευματική τροφή επιπέδου χωματερής, με αποτέλεσμα να τον εξανδραποδίζει ψυχονοητικά. Τώρα, όσο ποτέ, εν μέσω εφιάλτη, επιτακτικά ζήτω το δικαίωμα στο όνειρο.

14/10/2011

Έλληνας εναντίον Έλληνα (το παλαιόν καθεστώς)

“Ο Έλληνας έχει χάσει τη μπάλα. Αυτή είναι η αλήθεια και είναι πικρή. Τον έχει καβαλήσει ο διάολος και κάνει τη μία πατάτα μετά την άλλη. Και φαίνεται να υπάρχουν αυτή τη στιγμή δύο κύριες κατηγορίες Ελλήνων. Εκείνοι που επιτίθενται μανιακά εναντίον όλων και εκείνοι που αμύνονται λυσσωδώς, πάλι εναντίον όλων.

Αν είναι να χρεωκοπήσουμε, να εξαναγκαστούμε σε έξοδο από το ευρώ, να γίνουμε Μαλαισία, να δούμε τη Θράκη να μετατρέπεται σε Κοσσυφοπέδιο και την πατρίδα ελεεινό προτεκτοράτο και πρώην ευρωπαϊκό κράτος, θα είναι λόγω όλων εκείνων που τώρα παίζουν το βλακώδες παιχνίδι της κυβέρνησης και της τρόικας. Και δεν υπάρχει κανείς αυτή τη στιγμή που να το παίζει καλύτερα από όσους επιμένουν να στρέφονται εναντίον όλων και ουσιαστικά να παραλύουν τη χώρα. Ο Γιώργος Τράγκας, κατά τα άλλα ανεπανάληπτος και μοναδικός σ’αυτό που κάνει, μάγος της έκφρασης σε επίπεδο Βενιζέλου και βάλε, και απόλυτος σόουμαν, χθες το βράδυ απευθύνθηκε στα πληθη από την τηλεοπτική του εκπομπή και είπε, κατά λέξη: «Αυτή την ώρα, συγκροτείτε ένα δεύτερο ΕΑΜ. Συνεχίστε να αντιστέκεστε. Τους έχετε τσακίσει.»

Έτσι, μπορώ κι εγώ. Ηγέτης λέμε. Να το δοκιμάσουμε; Έχει νόημα; Δεν μπορώ να κάνω τον οπαδό του Φωτόπουλου και του Θύμιου να νιώσει θεός; Θεός όμως. Δεν μπορώ να κάνω τον «δεν πληρώνω» να αισθανθεί ότι είναι ο Βελουχιώτης; Την ΠΟΕ ΟΤΑ να μοιάζει κυβέρνηση του βουνού; Δεν το κάνω. Γιατί δεν εκπέμπω από τους Κορυσχάδες της Ευρυτανίας το ‘43. Ούτε με λένε Τσε Γκεβάρα και δεν συνεργάστηκα με κανέναν όλα αυτά τα χρόνια, όπως ούτε κι εσύ που ακούς - διότι ξέρω ότι εκεί έξω υπάρχει μια Ελλάδα που πολεμάει και ανασαίνει. Που λες λοιπόν, δεν έχω πατήσει σε υπουργικό γραφείο, δεν έχω στο κινητό μου καταχωρημένους όλους τους Μαυρογιαλούρους και τους Γκρούεζες που μας γονάτισαν τρεις δεκαετίες τώρα, δεν υπηρέτησα ως στέλεχος επικοινωνίας για κανέναν τους, δεν μπήκα ποτέ σε κανένα μισθολόγιό τους, δεν με βόλεψε κανένας τους πουθενά και δεν το’χω σωστό, δεν το’χω σωστό να σου πουλήσω επανάσταση και μετά να σε δω να ζεις σαν Ινδός, ούτε να σου τάζω σωτηρία από μετοχές μιας προϊστορικής τράπεζας για να τζιράρει το σάιτ μου και να φουσκώνει το τηλε-εγώ μου.

Να εξηγούμεθα. Δεν είμαι καλύτερος από σένα. Είμαι ένας μόνο από τους αμέτρητους Έλληνες, που μέσα στο όργιο της μεταπολίτευσης κατάφεραν να υπερασπιστούν την υποτυπώδη ακεραιότητά τους. Και παίζω, παίζεις, παίζουμε άμυνα. Είναι σαφές αυτό.

Αν η Ελλάδα βυθιστεί, θα είναι εν πολλοίς διότι το παλαιόν καθεστώς (και εδώ μιλάμε με όρους γαλλικής επανάστασης και 1789 – πράγμα λογικό στην Ελλάδα του 2011, αφού ποτέ η χώρα αυτή δεν έζησε διαφωτισμό), το παλαιόν καθεστώς της χώρας, ακριβώς, είναι σαν τον εγωισμό. Στο μπαλ μασκέ της ψυχής είναι πάντα ο πιο πετυχημένος μασκαράς. Εμφανίζεται ως αντίσταση, επανάσταση, θυμός, αγανάκτηση, αντίδραση, ανυπακοή, ό,τι τραβάει η ψυχή σου. Και το παλαιό καθεστώς δεν είναι μόνο η μαφία των Παπανδρέου, οι προδότες του πασόκ, οι εγκληματίες της νέας δημοκρατίας, οι κολλημένοι φασίστες με τα μυαλά από αρακά, οι ανεκδιήγητοι χουντοαεριστεροί νέας γενιάς, ή ακόμα οι οικολόγοι πράσινοι που βομβαρδίζουν τα βαλκάνια με απεμπλουτισμένο ουράνιο.

Κοντολογίς, δεν καις τη βουλή και ξεμπέρδεψες. Καις τη βουλή, όπως ο Γερμανός το ράιχσταγκ το 32, διότι η καρδιά σου ζει πλέον στο σκοτάδι και αυτόματα, μηχανικά, ασυνείδητα προετοιμάζεις για τον εαυτό σου φασισμό και μαρτύριο. Όχι. Παλαιό καθεστώς δεν είναι οι πολιτικοί και ξεμπέρδεψες. Αυτοί είναι μόλις η κορυφή του παγόβουνου.

Παλαιό καθεστώς είναι όλο το πελατολόγιο των συντεχνιών και των συνδικάτων, των λεχριτών εκείνων που δεν έχουν κάνει ένα σωστό μεροκάματο στη ζωή τους και ξέρουν μόνο να κόπτονται για τις τύχες των εργαζομένων και του λαού. Παλαιό καθεστώς είναι, μαζί με τους κομματικούς στρατούς αριστεράς και δεξιάς, οι μεγαλοεργολάβοι, οι εκδότες κι οι επιχειρηματίες που έχουν φεσώσει τράπεζες και κράτος και τώρα τρέμουν το ενδεχόμενο ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών γιατί δεν μπορούν να κάνουν τις ίδιες λαμογιές με ξένους επιτηρητές πάνω από τα κεφάλια τους – και ξέρουν ότι θα τους ζητηθεί να πληρώσουν αυτά που χρωστάνε.

Όλοι αυτοί καθόλου δεν κόπτονται για την πατρίδα. Δεν είναι τύποι που ριγούν στην ανάκρουση του ύμνου. Δεν πονούν για την κληρονομιά της γλώσσας και του πνεύματος. Και η ψυχή τους, έτσι άδεια που κατάντησε, δεν χωρά καν την αχτίδα εκείνη του φωτός που λέει ότι τώρα όποιος βασανίζει κι άλλο τον διπλανό του κάνει λάθος. Όποιος τυφλώνει τον διπλανό του κάνει απλά λάθος. Όποιος ταλαιπωρεί τον διπλανό του κάνει Λάθος. Λάθος, ρε παιδί μου. Απλά. Όπως το έλεγαν οι γιαγιάδες μας. Οι αμόρφωτες ελληνίδες της υπάιθρου. Είναι λάθος να κάνεις στον άλλο κακό. Και δεν δικαιολογείσαι τάχατες επειδή κάποιος τρίτος έχει βλάψει εσένα.

Η ηθική των ελληνικών αξιών, που υπάρχουν, θα έπρεπε ίσως να μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε υποτυπωδώς την αγάπη. Ως υπομονή, ευθύτητα, ανθρωπιά και δικαιοσύνη. Εκείνοι που με την αγάπη έχουν χωρίσει τα τσανάκια τους, είναι οι Έλληνες που τώρα επιτίθενται αδιάκριτα εναντίον όλων με αντεστραμμένη λογική μπάτσου. Αυτοί που κλείνουν τα σχολεία, παραλύουν τις πόλεις και πυροβολούν το ευρωπαϊκό μέλλον του ελληνικού λαού στην τρίτη χιλιετία. Οι μικρόψυχοι, που διευκολύνουν μια προδοτική κυβέρνηση δοσίλογων να ευτελίζει και να ρημάζει τη χώρα από δόλο ή ηλιθιότητα.

Αν αντέξουν το σφυροκόπημα και επιβιώσουν της καταστροφής, οι Έλληνες που την ώρα τούτη αμύνονται εναντίον όλων μια μέρα θα δουν το παλαιό καθεστώς διαλυμένο ολοκληρωτικά και για πάντα. Όλοι αυτοί οι αλήτες, μια μέρα θα είναι παρελθόν. Το πιο επιτακτικό ερώτημα σήμερα είναι τι θα υπάρχει στη θέση τους. Επιτακτική υποχρέωση τώρα είναι η παίδευση του έθνους μέσα από την αλλαγή προτύπων.”

(Κείμενο βασισμένο σε προσχέδιο ραδιοφωνικής εκπομπής.)

 

 

21/09/2011

«Τράπεζα της Ανατολής», άπελπις Έλλην, φαιδρά ΜΜΕ

 Ω, θεοί! Βρήκανε λέει μια μετοχή. Μιας τράπεζας του 1904, ελληνικής, της Τραπέζης της Ανατολής. Μια μετοχή, καλή, θεόσταλτη, χρυσή και άγια, σε ένα σεντούκι μέσα, κάτι Πατρινοί, παλαιοί αστοί. Και είναι, λέει, η μετοχή σε ισχύ, γιατί η Τράπεζα που συγχωνεύθηκε με την Εθνική τη δεκαετία του ’30, δεν είχε τότε εκκαθαριστεί. Κι αν και τα τότε χρέη έχουν πια παραγραφεί, η μετοχή αντιστοιχούσε σε χρυσό, με εγγυητή την Τράπεζα της Γαλλίας, που είναι ακόμα εκεί, σήμερα που μιλάμε, ζει κι αναπνέει εύρωστη και δυνατή. Κι ήρθε καθηγητής από μακριά, απ’τις Αμερικές, απ’τους φoνιάδες μέσα των λαών, Έλλην, βεβαίως, κι υπολόγισε πόσο αξίζει η κάθε μετοχή – γιατί δεν βρήκαν μία, αλλά σαράντα, από τις προ εκατονταετίας, της Τράπεζας της Ανατολής- κι είπε πως κάθε μετοχή αξίζει 670 δις κι όλες μαζί 30 τρις. Κι άρα, σωθήκαμε, γιατί η Γαλλία μας οφείλει. Διότι ο Γιωργάκης θα διεκδικήσει, θα απειλείσει, θα κατασχέσει 15 φορές το ΑΕΠ της Γαλλίας, ή τα δύο τρίτα του παγκόσμιου ΑΕΠ (σοβαρά, τόσο είναι τριάντα τρις) και τα βάσανά μας θα τελειώσουν, τα μάγια θα λυθούν κι ο κακός ο δράκος πάλι θα’χει μέλι στο τσουκάλι! Ρε, δεν γίνονται αυτά, θα πεις. Κι όμως, μέχρι το βράδυ χθες το διαδίκτυο έβγαζε καπνούς με την υποτιθέμενη είδηση, που έβγαλε πρώτο και καμαρωτό το zougla.gr. Ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος, όπως ακούω, δε, δυο μέρες τώρα ποζάρει στον τηλεφακό με τις μετοχές ανά χείρας. Κι ο Έλλην, ωιμέ, τσιμπά.

 Ανοίχτε γούφα, θάφτε με, φως μην ξαναντικρύσω! Πόσο απελπισμένος είναι ο Έλληνας πια;! Πόσο πανέτοιμος να τον σώσει ο Πίτερ Παν, ο ο Γιόχαν, ο Βίλι και τα στρουμφάκια;

 Πρέπει να είσαι στο χείλος της παραφροσύνης για να πιστέψεις ότι μετά από δύο πολέμους και καμιά δεκαριά παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις, την ώρα που η Γερμανία με νταηλίκι και τσαμπουκά αρνείται να σου αποπληρώσει ακόμα και το κατοχικό δάνειο, πολλώ δε μάλλον πολεμικές αποζημιώσεις, είναι ποτέ δυνατόν να είχε οποιαδήποτε βάση ή τύχη το εν λόγω θέμα! Ή… να είσαι Έλληνας εν έτει 2011!

  Δεν πειράζει. Με τη δαπάνη κάποιων χιλιάδων εργατοωρών, φαιάς ουσίας και συναισθηματικής ενέργειας, ο Έλλην για λίγο ξέφυγε. Ο Πανάγος από την Καντούνα φαντασιώθηκε ότι του αποδίδονται οι τίτλοι ιδιοκτησίας του Chateau Lafitte. Χάθηκε σ’εάν όνειρο, όπου γκρεμίζει τους  μεσαιωνικούς πύργους της κοιλάδας του Λίγηρα και σηκώνει αντιπαροχές, όπου συνοδεύει το σατωμπριάν με φέτα κι όπου τα TGV δεν έχουν συγκεκριμένες ώρες δρομολογίων. Απλά τα παίρνεις και πας. Κι άμα είναι τσιμπάς κ τον πισινό της τρενοσυνοδού. Γιατί ο Τριανταφυλλόπουλος βρήκε σε μια θυρίδα σαράντα χαρτιά κ οι γαλλικοί σιδηρόδρομοι τώρα σου ανήκουν, Πανάγο.

 

Μου γράφει στο facebook ο Αντώνης από την Καστοριά:

 Antonis Kastoria na vgei akoma ena tetoio me petrelaio tora!!! xerete ti oraia pou doulepsame simera sto magazi!! olo xara imastan!! re sys exei katarakothei o kosmos!!! molis to akousame sto radiofono petaxtike ena “lete na sothoume??” kai oloi gelasame!! afiste emas pou imaste stin paragogiki diadikasia na xaroume esto kai me ena paramithi!!! 

 Κι έχει το δίκιο του. Διότι ζούγκλα γίναμε! Τα νοήματα πίσω από τις λέξεις λένε την αλήθεια. Πόσο ιδιοφυές, και πόσο χαρακτηριστικό της μαζικής ψυχολογίας εν Ελλάδι μαζί, να σε λένε Ζούγκλα, να το καμαρώνεις και να’χεις και χιλιάδες πιστών!

 Αλλαχού Ακμπάρ! Σε αναμονή και του πρίγκηπος που θα φέρει στον Παναθηναϊκό αραβική άνοιξη…

 Πολυχρονεμένε μου αναγνώστη, σου απευθύνομαι από το Γιενί Φαλίρ, και καθημερινά στις 12 το μεσημέρι από τον χαβά των εφ εμ του σκάι, ο θεός να τον ευλογεί, κι από το μπανιστίρ ντουλάπ στες 15.00 του απογεμάτου επίσης. Κι άμα η χανούμ σου δεν έχει για ψωμί, είναι γιατί είσαι χαϊβάν, ωρέ, και δεν διεκδικείς τα παρά-χαρτιά της Αναντολού Μπανκασί από τους άπιστους τους Φραντσέρους, ρε! Κι όχι γιατί είναι τα μιλαέτια και τα βιλαέτια σου χαβούζ-μαντριά, ούτε γιατί εσύ ο ίδιος είσαι μπουμπούν-αγάς, τσοκ μπαταχτσή και μπαγλαμάς.

Ααααααχ.

Πολυχρονεμένε μου αναγνώστη, θεατή, ακροατή, πότε θα το καταλάβεις; Ο Τζέφρι-Σουλτάν, ρόδα στο διάβα του κι αξεσουάρ της apple στον οντά του, και οι σαράντα του βεζύρηδες και οι πασάδες, οι αγάδες και οι μπέηδες όλοι, πράσινοι, κόκκινοι και μπλε μέσα στο σεράι δεν θα είχαν καμία δικαιοδοσία πάνω σου αν δεν τους είχες ψηφίσει και εκλέξει, αφερίμ τζανέμ, πολυχρονεμένε μου.

Κι επειδή, με τον σύγχονο Βενιζέλο χορτάσαμε, ας ανατρέξουμε στο λόγο του πλαιού, εν έτει 1922:

 «Να το πάρωμεν απόφασιν ότι δεν υπάρχει, δεν υπήρξε ποτέ, “Θεός της Ελλάδος”. Ενας είναι ο Θεός δι΄ όλα τα έθνη. Η φρόνησις, η διορατικότης, η προορατικότης, η επαφή με την πραγματικότητα. Ιδού τι θα μας βοηθήση θετικά να επανορθώσωμεν ό,τι είναι επανορθώσιμον».  

 Επαφή με την πραγματικότητα… Μέγα ζητούμενο, εν έθνος απαιδεύτω. Με πρωτοσέλιδα τύπου Αυριανής που απροκάλυπτα παπαγαλίζουν ό,τι ακριβώς και οι ακραιφνέστεροι σπεκουλάτορες του διεθνούς κεφαλαίου: Πίσω στη δραχμή! Μα, η δραχμή μας υπηρέτησε πιστά, αλλά όχι σε καιρούς παγκόσμιας οικονομίας. Κι ύστερα, αν και αυτό οι διάφοροι παπαγάλοι δεν το διανοούνται καν, το θέμα εδώ δεν είναι το νόμισμα. Είναι η θέση της Ελλάδας στην τρίτη χιλιετία, ειδικά στην αρχή της, την εποχή της ασιατικής εξάπλωσης κ των αναδυόμενων οικονομιών. Κι αν και το ζήτημα σηκώνει ώρες συζήτησης, την τελευταία φορά που το ελληνικό στοιχείο κλήθηκε να επιλέξει ανατολή ή δύση και απέρριψε τη δεύτερη, βυθίστηκε σε 400 χρόνια δουλείας. Οι καιροί είναι τραγικοί κι η μοίρες μας δεμένες με την ιστορία.

 Έγραφε χθες βράδυ στο twitter o ιδιοφυώς σκοτεινός Αύγουστος Κορτώ:

 «Θα απολάμβανα την αποψινή βροχή, αλλά πολύ φοβάμαι ότι με κάποια νέα φορολογική πατέντα θα τη χρεωθούμε στον επόμενο λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ.»

 

Καλή δύναμη.

13/09/2011

Λόγος είναι ο λόγος (μεταπολίτευση στοπ)

Η τηλεοπτική διαφήμιση από τα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα καραδοκεί στη μνήμη. «Εσείς, αν θέλατε να αγοράσετε ένα εκατομμύριο, πόσα θα δίνατε;» Ο εκφωνητής ρίχνει το δόλωμα. «Άκου ερώτηση. Γίνονται σκόντα σ’αυτά;» Ο ηθοποιός είναι κάθετος. «Ένα εκατομμύριο. Δραχμή παραπάνω», συμπληρώνει έτερος πρωταγωνιστής στο επόμενο καρέ. Τότε, ένα εκατομμύριο, διά της αγοράς εντόκου γραμματίου του ελληνικού δημοσίου, κόστιζε περίπου εννιακόσιες χιλιάδες δραχμές. Σήμερα, αλήθεια, πόσο να κάνει ένα εκατομμύριο; 

Με το yield του ελληνικού μονοετούς ομολόγου χθες να αγγίζει το εκατόν σαράντα τοις εκατό, το υποτιθέμενο εκατομμύριο θα μπορούσε κανείς να το αγοράσει μόλις προς τετρακόσιες χιλιάδες. Ηχηρό προμήνυμα χρεωκοπικών τάσεων, θα πουν, ίσως, ορισμένοι ειδικότεροι. Γιατί; Διότι στις αγορές λίγοι πλέον πιστεύουν ότι θα πάρουν ποτέ στα χέρια τους τα χρήματα που το ελληνικό δημόσιο τους οφείλει. Γιατί; Διότι η αξιοπιστία της χώρας κατακεκρύμνισται από τον ίδιο τον πρωθυπουργό και τους αγκυλωμένους, πασοκοδέσμιους υπουργούς και βουλευτές του.  

Πίστη. Πίστωση. Εμπιστοσύνη. Αξιόπιστα. (Χωρίς σαρδάμ.) Οι έννοιες έχουν ρίζα κοινή - σαν την περιλάλητη λογική που λείπει. Δεν υπάρχει περιθώριο. Το αντιλαμβάνονται η Ευρώπη, η Δύση, οι αγορές, ο κόσμος. Σε ένα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, εντός μιας υψηλού κύρους νομισματικής ένωσης, τα συμπεφωνημένα ορίζουν ως σεβαστά τις εταιρικές σχέσεις. Κι όμως, οι Έλληνες κοινοβουλευτικοί μας αντιπρόσωποι δεν δείχνουν να το αντιλαμβάνονται. Ερίζοντας και σκιομαχώντας, η έσχατη «σειρά» της μεταπολίτευσης, αυτή που βυθίζει το σκάφος, συνάμα καμώνεται το θαλασσόλυκο. 

Κι ακούμε: «Οι συνδικαλιστές της ΔΕΗ δεν έχουν καμία δουλειά να αντιδρούν για τα δημοσιονομικά. Να αντιδρούν για τα εργασιακά.» Τόδε εφη Χρήστος Πρωτόπαππας – το επίσημο μαντρόσκυλο της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ. Που ούτως τα λέει όλα. Το «κίνημα» δεν διαθέτει ούτε κατά διάνοια τα κότσια που θα απαιτούσε μια σύγκρουση με συντεχνίες και συνδικαλιστικές γάγγραινες σταλινογενούς αισθητικής και νοοτροπίας. Δεν περνάει καν από το νου του (εκάστοτε) κου Πρωτόπαππα, ότι, όχι, πλέον καμία ΓΕΝΟΠ δεν δικαιολογείται να αντιδρά ούτε για τα εργασιακά της οποιασδήποτε ΔΕΗ. 

Είναι πια προφανές: Σε περίπτωση που η χώρα χρεωκοπήσει, επιτακτικότερη όλων είναι η μαζική απομάκρυνση των πολιτικών φορέων της μεταπολίτευσης από τη δημοκρατική διαδικασία. Σε κομματικό, όσο και ατομικό επίπεδο. Κι αν αυτό προϋποθέτει την οικονομική κατάρρευση του κράτους, με υψηλή δόση διαστροφής μπορεί να σκεφτεί κανείς πως η Ελλάς αξίζει, ίσως, να πτωχεύσει. Αν, δηλαδή, αυτός είναι ο μόνο τρόπος να διαλυθούν τα κόμματα που μας έφεραν εδώ. Τότε, καθώς η φύση δεν αγαπά το κενό κι η ιστορία ανήκει στην έκπληξη, ίσως προκύψει το νέο εκείνο πολιτικό ήθος, ο νέος δημοκρατικός τρόπος που θα μας πάει μπροστά. 

Το ερεβωδέστερο, ζοφερότερο σενάριο, όμως, είναι το εξής: Η επαύριο μιας χρεωκοπίας να μας βρει, μέσες-άκρες, με ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ και τα συναφή. Σενάριο, που ελλείψει παιδείας του έθνους, δεν είναι απίθανο: Να ξημερώσει η επόμενη μέρα με τους αξιωματικούς της αυτοβύθισης να κάνουν κουμάντο στη σχεδία. Και να μας απευθύνονται με τον ίδιο πολιτικό λόγο που αποτέλεσε το πρώτιστο αίτιο της παρακμής μας. Διότι το παιχνίδι χάθηκε, σε τεράστιο βαθμό, στο πεδίο της γλώσσας, από τη στιγμή που η δημόσια συνεννόηση εξέπεσε σε μαζική επικοινωνία. 

Πρώτιστος, ίσως, λόγος της κατάπτωσης του έθνους είναι ο ίδιος ο λόγος. Ο λόγος της επικοινωνίας, που έχασε τη σημασία των λέξεων και έμεινε κενός νοημάτων. Όταν ο δημόσια εκφερόμενος λόγος έχει θρυμματίσει κάθε υπόσταση του περιεχομένου του, όταν η ξύλινη έκφραση αφήνει κενό στο νου, πάνω στην έσχατη ώρα, ό,τι κι αν πεις, κανείς δεν σε πιστεύει. Καμία οδηγία δεν έχει κύρος, καμία απειλή δεν έχει βάρος. Διότι είσαι εξ ορισμού αναξιόπιστος. Καμιά κοινοβουλευτική ομάδα δε σε παίρνει στα σοβαρά. Καμιά κοινωνία δεν εμπιστεύεται τα λόγια σου. Είσαι κούφιος. Κι οφείλεις να φύγεις.  

Στην απόλυτα απευκταία περίπτωση ελληνικής χρεωκοπίας, η συνέχιση του πολιτικού βίου της τεράστιας πλειονότητας των κυβερνησάντων τον τόπο από οποιοδήποτε πόστο ή αξίωμα ας είναι αδιανόητη. Κι αυτό αφορά με επίταση επίσης στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Που λειτουργεί ακόμα κατ’εξοχήν παλαιοκομματικά. Που υιοθετεί και εκφράζει δημόσιο λόγο ολέθρια άδειο, μηχανικό και εθνικά επιζήμιο. Και που βρίθει ακόμα στελεχών-φαντασμάτων, συνδικαλιστικών προβολών κι ανθρώπων πελατειακά εξαρτημένων δια ακυρωμένου λόγου από έναν λαό απαίδευτο και φοβισμένο.  

Έναν λαό, που όμως μένει να αποδείξει κατά πόσο λειτουργούν ακόμη εντός του τα βαθιά εγγεγραμμένα αντανακλαστικά ενός θαυματουργού χαρακτήρα, που ιστορικά αφυπνίζεται υπό καθεστώς υπαρξιακής αμφισβήτησης.